• Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014
  •    
  • Ο καιρός στην Αθήνα
    Αθήνα: 14°C 
lifespeed.gr
Get Adobe Flash player

Σαν σήμερα 17 Σεπτεμβρίου 1982
by: ΜΙΧΑΛΗΣ ΟΡΦΑΝΑΚΟΣ
posted: 17/09/2012
Smaller Fonts | Larger Fonts

Mια μέρα σαν σήμερα στις 17 Σεπτεμβρίου του 1982 φεύγει πρόωρα από τη ζωή ο μεγάλος μας μουσικοσυνθέτης Μάνος Λοΐζος.

 

Είναι πραγματικά απίστευτό το πως τα τραγούδια μπορούν να κάνουν 30 χρόνια να φαίνονται σαν διάλλειμα για τσιγάρο!

 

Και πραγματικά δεδομένης και της κατάστασης της χώρας μας σήμερα περισσότερα από ποτέ «όλα θυμίζουν τον Μάνο Λοΐζο»

 

Ο Μάνος Λοΐζος  (ή πιο σωστά Λοΐζου) γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1937 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ήταν Κυπριακής καταγωγής από την πλευρά του πατέρα του που καταγόταν από τους Αγίους Βαβατσινιάς, μια κοινότητα στην Λάρνακα, ενώ η μητέρα του καταγόταν από την Ρόδο.

 

 

 

 

"ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΜΑΝΟΣ ΛΟΪΖΟΣ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ"


"Η ΠΡΟΤΟΜΗ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΛΟΪΖΟΥ ΣΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ"

 

 

Ήταν βαθιά πολιτικοποιημένος, μέλος του ΚΚΕ και πίστευε ακράδαντα ότι ο καλλιτέχνης πρέπει και οφείλει να είναι στρατευμένος, ειδικά ο μουσικός δημιουργός διότι σε καμία άλλη περίπτωση δεν θα διέφερε από έναν απλό διασκεδαστή (σ.σ. clown).... και έχει απόλυτο δίκιο.

 

 "Ο ΜΑΝΟΣ ΛΟΪΖΟΣ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥ"

Με τη μουσική του σφράγισε μια ολόκληρη εποχή, μέσα από τραγούδια ερωτικά, τρυφερά, μελαγχολικά, πολιτικά, επαναστατικά, παιδικά και εν τέλει διαχρονικά, τα οποία αγαπιούνται και ακούγονται ακόμα σαν καινούργια. Oλα δημιουργίες ενός δημοφιλή καλλιτέχνη που αδυνατεί να ξεχαστεί, αφού κατάφερε κάτι πραγματικά σημαντικό: να ενώσει το έντεχνο τραγούδι με το λαϊκό.

Στην ουσία ήταν ο πατέρας του έντεχνου και η μητέρα του έντεχνου-λαϊκού.

 

 "Ο ΜΑΝΟΣ ΛΟΪΖΟΣ".

 

Hταν χαμογελαστός και τρυφερός, παθιασμένος και καρτερικός, ευγενής και ονειροπόλος, σκορποχέρης και γενναιόδωρος, νωχελικός και τελειομανής οι φίλοι του τον έλεγαν «περφεκτιονιστή», ένας άνθρωπος ήπιων τόνων ο οποίος μέσα του έβραζε, με μία αθωότητα παιδική, αλλά και με την υπερηφάνεια ενός χαρισματικού καλλιτέχνη που αισθανόταν την πληρότητα.

Αλλωστε, διέθετε μία μοναδική ικανότητα: να συνθέτει συνεχώς εξαιρετικές μελωδίες χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια υποστήριζε δε πως όταν είχε έμπνευση μπορούσε να μελοποιήσει ακόμα και τον τηλεφωνικό κατάλογο...

Πάνω απ’ όλα, ζούσε το παρόν σαν να ήταν αθάνατος, κάτι που τελικά και έγινε μέσα από το έργο του.

Πίστευε ότι εδώ τελειώνουν όλα, δεν τον ενδιέφερε τίποτα άλλο από το σήμεερα, δεν κοίταζε το αύριο. Και γι’ αυτό έκανε τα πάντα με υπερβολή, κάπνιζε, ερωτευόταν , αγαπούσε , ενθουσιαζόταν, ξενυχτούσε  και τελικά είχε μία διαδρομή σχετικά μικρή, αλλά... γεμάτη και τουλάχιστον πιο γεμάτη από όλους τους συνομήλικούς του.

Λες και ήξερε ότι θα ήταν σύντομο το πέρασμά του σε αυτή τη γη.

Η παιδική του ηλικία, σε αντίθεση με άλλους μεγάλους καλλιτέχνες, ήταν ευτυχισμένη, ο πατέρας του φρόντιζε για όλα καθώς τότε ήταν εποχή που η ελληνική παροικία της κοσμοπολίτικης Αλεξάνδρειας πρωτεύουσας της Μεσογείου εξακολουθεί να ευημερεί. Οσο για το ενδιαφέρον του μικρού αγοριού για τη μουσική θα εκδηλωνόταν από νωρίς....

 

 

Ως μαθητής του Αβερώφειου Γυμνασίου της Αλεξάνδρειας άρχισε να μαθαίνει βιολί αλλά κατέληξε στην κιθάρα, ενώ το 1954 ο πατέρας του δώρισε στον Μάνο το πρώτο του πιάνο.

 

 

 

"ΜΕ ΤΗΝ ΜΥΡΣΙΝΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΣΥΖΥΓΟ ΜΑΡΩ ΛΗΜΝΟΥ" 

 

ΑΠΟ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ

 

«Στην Αλεξάνδρεια, περνούσε κάθε μέρα από το δρόμο που μέναμε ένας γεροβιολιτζής. Μια μέρα, ο πατέρας μου μού αγόρασε ένα από αυτά τα βιολάκια που πουλούσε ο γέρος. Από τότε βάλθηκα να μάθω βιολί, αλλά πού. Το όργανο αυτό έπαιζε μόνο στα χέρια του γέρου που το έφτιαχνε!» θα θυμηθεί, γελώντας, χρόνια μετά. Δεν άργησε, πάντως, να αποκτήσει ένα αληθινό βιολί και να αρχίσει κανονικά μαθήματα. Επειτα απέκτησε μια κιθάρα και μετά ένα πιάνο.

«Κόντευα πια να γίνω σπουδαίος μουσικός» θα πει με το χαρακτηριστικό του χιούμορ, για να προσθέσει: «Κάπως έτσι βρέθηκα μερικά χρόνια μετά να ξέρω αρκετή μουσική». Κατά κάποιον τρόπο -θα έλεγε κανείς- ότι τη μουσική την είχε από πάντα μέσα του. Χρειαζόταν μόνο ένα ερέθισμα, μια αφορμή, για να προκύψουν μερικές από τις καλύτερες -όπως αποδείχτηκε- μουσικές συνθέσεις στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού.

 

Στο μεταξύ, ο δεκαοχτάχρονος πλέον Μάνος, νεαρός μεταβαίνει, το 1955, για σπουδές στην Αθήνα. Εγγράφεται στη Φαρμακευτική Σχολή όπου τελείωσε δύο έτη για να την εγκαταλείψει λίγο μετά και να εισαχθεί στην Ανωτάτη Εμπορική.

Ομως, με την πάροδο του χρόνου, αποδεικνύεται κάθε άλλο παρά επιμελής με τις σπουδές του καθώς το μυαλό του ήταν αλλού και δη στη μουσική.

Αρχίζει να ανακαλύπτει τη μαρξιστική ιδεολογία, αλλά και τις νέες μουσικές τάσεις που διαμορφώνεται με την καταιγιστική

επιρροή του Μάνου Χατζιδάκι και την αναγνώριση του ρεμπέτικου. Παράλληλα, εμπλουτίζει τα ακούσματά του μες στις φοιτητικές παρέες, εμβαθύνει τις γνώσεις του στο πιάνο και την κιθάρα, αλητεύει, παθιάζεται, ερωτεύεται, κάνει φιλίες...

Και ακόμη, παρατάει την Εμπορική, φοιτά για λίγο στη Σχολή Βακαλό, αρχίζει να συνθέτει πιο συστηματικά, ενώ βρίσκεται πάντα σε επαφή με τις παρέες της αριστεράς. Ηδη είχε επιλέξει μία δύσκολη πορεία, με την οικονομική του κατάσταση να είναι απλώς κακή.

Εχει πάψει να δικαιούται φοιτητικό συνάλλαγμα και για να επιβιώσει κάνει διάφορες δουλειές, από γκαρσόνι μέχρι γραφίστας και διακοσμητής. Παρ’ όλα αυτά, τον διέκρινε μία ηρεμία απέναντι στις κακοτοπιές, όπως εξηγεί ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, αδερφικός φίλος του και στιχουργός των σημαντικότερων τραγουδιών του.

Ο Μάνος αντιμετώπιζε τις δυσκολίες με καρτερικότητα, αλλά και τις χαρές χωρίς καμιά βιασύνη. Ρούφαγε τα πράγματα αργά-αργά με επίσημες γουλιές».

 

Το 1958 παρέα με τον συμφοιτητή του Φώτη Κωνσταντινίδη ανακαλύπτει τον μαρξισμό αλλά και το νέο μουσικό ρεύμα που διαμορφώνεται υπό την επιρροή του Μάνου Χατζιδάκι και την αποκάλυψη των θησαυρών του ρεμπέτικου.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ο Μάνος Λοΐζος εγκαταλείπει την Ανωτάτη Εμπορική και επιβιώνει κάνοντας διάφορες δουλειές. Ταυτόχρονα, αρχίζει να συνθέτει εντατικότερα ενώ έρχεται σε επαφή και με τους φοιτητικούς πολιτιστικούς συλλόγους της εποχής εκείνης.

 

Με την πάροδο του χρόνου το πάθος του για τη μουσική γίνεται εντονότερο. Το 1960, φοιτητής ακόμα, ηχογραφεί το πρώτο του τραγούδι, «Το τραγούδι του Δρόμου»- ένα ποίημα του Λόρκα σε απόδοση Νίκου Γκάτσου. Αυτό ήταν το έναυσμα για να έρθει σε επαφή με άλλους καλλιτέχνες της εποχής του.

 

 

 "ΜΕ ΤΟΝ ΛΕΥΤΕΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ"

 

Στις 30 Δεκεμβρίου 1961 ως μέλος των “Φίλων της Μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη”, υπέγραψε κείμενο διαμαρτυρίας για τον αποκλεισμό των τραγουδιών του Θεοδωράκη από τις εκπομπές των κρατικών ραδιοφωνικών σταθμών.

 

Ο Μάνος Λοΐζος ανέλαβε επίσης την διεύθυνση της χορωδίας του Συλλόγου και με αυτήν συμμετείχε το καλοκαίρι του 1962 στις παραστάσεις της θρυλικής μουσικής επιθεώρησης “Όμορφη Πόλη” με την μουσική επιμέλεια να έχουν αναλάβει από κοινού ο Μάνος με τον Μίκη και που ανέβηκε στο θέατρο Παρκ.

 

Τον Μάρτιο του 1963 ο Μάνος Λοΐζος και ο Χρήστος Λεοντής έδωσαν την πρώτη τους συναυλία στο θέατρο “Ακροπόλ” τα έσοδα της οποίας διατέθηκαν για το Δ’ Πανσπουδαστικό Συνέδριο. Την συναυλία προλόγισε ο Μίκης Θεοδωράκης μιλώντας με τα καλύτερα λόγια για τον Λοΐζο και τον Λεοντή.

 

Το 1964 εμφανίστηκε στην μπουάτ “Στοά” στο Κολωνάκι με την Μαρία Φαραντούρη και τον επίσης αξέχαστο Γιώργο Ζωγράφο ενώ την ίδια χρονιά γνωρίστηκε με την Κωστούλα Μητροπούλου που του έδωσε στίχους για τα τραγούδια του “Ο δρόμος” και “Ο στρατιώτης”.

 

Τον Μάρτιο του 1965 ο Μάνος Λοΐζος παντρεύτηκε με την Μάρω Λήμνου με την οποία είχε γνωριστεί στα παρασκήνια της “Όμορφης Πόλης”, ενώ μαζί είχαν γράψει και τα τραγούδια “”Νύχτα μικρή αρχόντισσα” και το “Φεγγάρι έρημο” τα οποία τραγούδησε σε δίσκο 45 στροφών ο Γιάννης Πουλόπουλος, εγκαινιάζοντας τη μικρή του συνεργασία με την δισκογραφική εταιρία Lyra του Αλέκου Πατσιφά.

 

Ο Λοΐζος γνωρίστηκε με τον Γιάννη Νεγρεπόντη και πάνω σε στίχους του έγραψε τον τον “Τρίτο Παγκόσμιο” και αρκετά ακόμα τραγούδια που παρέμειναν αρχικά ανέκδοτα στη δισκογραφία, ωστόσο ακούστηκαν αρκετά στα πλαίσια του νεολαιίστικου κινήματος της εποχής.

 

Επίσης, ο Μάνος Λοΐζος γράφει μουσική για το έργο του Λόρκα “Το Σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα” από την Αλέκα Κατσέλη, για τη “Ρέστια” που ανεβάζει η Αλκηστις Γάσπαρη και για το “Ένα Κορίτσι στο Παράθυρο” που ανεβάζει ο Μίμης Φωτόπουλος. Με μουσικές και τραγούδια του γυρίζεται επίσης η ταινία “Μπετόβεν και Μπουζούκι” του Ορέστη Λάσκου.

 

"ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΟΝΥΣΗ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟ"

 

 

Τον Αύγουστο του 1966 γεννιέται η κόρη του Μυρσίνη και κυκλοφορεί από την εταιρεία Odeon το πρώτο τραγούδι που γράφει πάνω σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Ήταν το τραγούδι “Αυτό το αγόρι” που ερμήνευσε η Αλέκα Μαβίλη.

 

Τον Δεκέμβριο του 1966 παρουσίασε για πρώτη φορά σε συναυλία στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά τον κύκλο τραγουδιών “Τα Νέγρικα” σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη και με ερμηνευτές την Μαρία Φαραντούρη και τον Γιώργο Ζωγράφο.

 

Το 1967 ακούγεται το τραγούδι του “Η δουλειά κάνει τους άντρες” σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου και με ερμηνεύτρια την Ελένη Ροδά. Το τραγούδι ακούστηκε στην ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου “Τρούμπα ’67″.

 

Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου ματαίωσε τις συναυλίες της “Πανσπουδαστικής” όπου επρόκειτο να παρουσιαστούν τα “Νέγρικα”. Προκειμένου να αποφύγει την σύλληψη ο Μάνος Λοΐζος εγκαταλείπει την Ελλάδα τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς και εγκαθίσταται για ένα εξάμηνο στο Λονδίνο εκμεταλευόμενος το Βρετανικό διαβατήριό του λόγω της Κυπριακής καταγωγής, όπου προκειμένου να ζήσει την οικογένειά του έπαιζε μπουζούκι σε κυπριακές ταβέρνες.

 

Επιστρέφει στην Αθήνα το 1968 και μαζί με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο ετοιμάζει τον πρώτο του μεγάλο δίσκο με τίτλο “Ο Σταθμός” που κυκλοφορεί στο τέλος εκείνης της χρονιάς εγκαινιάζοντας παράλληλα και την ετικέτα Minos για λογαριασμό της δισκογραφικής εταιρείας.

 

Ταυτόχρονα γράφει τραγούδια και μουσική για τις ταινίες του Ντίνου Δημόπουλου “Το Λεβεντόπαιδο” και η “Νεράιδα και το Παλικάρι”.

 

Το 1969 ο Μάνος Λοΐζος και πάλι σε συνεργασία με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο υπογράφουν την μουσική και τα τραγούδια του μουσικοθεατρικού έργου του Άλκη Παππά  “Γη S.O.S.” με τον Αλέκο Αλεξανδράκη.

 

Οι “Θαλασσογραφίες” θα είναι ο τίτλος του δεύτερου μεγάλου δίσκου του Μάνου Λοΐζου πάνω σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου που κυκλοφόρησε το 1970. Παράλληλα ο μεγάλος μας συνθέτης ηχογραφεί σκόρπια τραγούδια με τον Στέλιο Καζαντζίδη και τον Γιάννη Καλατζή.

 

Η δεκαετία του ’70 είναι μια δεκαετία στην διάρκεια της οποίας σημειώθηκαν σοβαρές μεταβολές στο ελληνικό τραγούδι. Πρώτα-πρώτα σημειώνεται σαφής υποχώρηση του γνήσιου λαϊκού τραγουδιού, αν και ορισμένα πρώτα ονόματα συνεχίζουν να κάνουν επιτυχίες. Ωστόσο η ποιότητα των στίχων πέφτει, και η θεματολογία τους αρχίζει και μετατοπίζεται στον “προδομένο έρωτα” ανεκπλήρωτο και στην “καψούρα”

 

Μια ακόμα σημαντικότερη μεταβολή είναι η βαθμιαία υποχώρηση των συνθετών από την “κεντρική σκηνή” του τραγουδιού. Στην πρώτη γραμμή αρχίζουν και εμφανίζονται οι τραγουδιστές, και αρχίζει στο χώρο του τραγουδιού και δημιουργείται ο ερμηνευτής-στάρ. Βαθμιαία χάνεται και το ιδιαίτερο ηχόχρωμα του κάθε συνθέτη.

 Οι εταιρείες δίσκων αρχίζουν και αποστασιοποιούνται από το λαϊκό τραγούδι και στρέφονται σε άλλες κατευθύνσεις, σε πια ανάλαφρα τραγούδια και δεν υποστηρίζουν πια τους λαϊκούς καλλιτέχνες.

 Η τηλεόραση αρχίζει και εισβάλλει στη ζωή και τα λαϊκά κέντρα χάνουν τον αυθεντικό τους χαρακτήρα, ενώ χάνεται και ένα πολύ σπουδαίο χαρακτηριστικό τους το οποίο, αναφέρεται βέβαια, αλλά με ψιλά γράμματα. Οι καλλιτέχνες , συνθέτες, τραγουδιστές κλπ στα κέντρα δοκίμαζαν τα καινούργια τους τραγούδια, εκεί γινόταν η πρώτη ακρόαση και αν το τραγούδι πήγαινε καλά, έπαιρνε τον δρόμο της δισκογραφίας. Τώρα πια αυτό σταματάει να συμβαίνει, τα κέντρα χάνουν τον χαρακτήρα τους, καταργείται το φαγητό, το κρασί, η μπύρα και το ούζο και επικρατεί το ουίσκι και το σπάσιμο των πιάτων.

 

Αυτή είναι μια άσχημη κατάσταση που θα γιγαντωθεί τις επόμενες δεκαετίες. Οι οικογένειες που σύχναζαν στα κέντρα αυτά τα εγκαταλείπουν καθώς αρχίζει και κυριαρχεί η “γκλαμουριά”.

 

 Σε αυτό συμβάλλει και η απουσία των μεγάλων ονομάτων. Ο Θεοδωράκης είναι απαγορευμένος, ο Χατζιδάκις είναι στις ΗΠΑ, ο Καζαντζίδης έχει σταματήσει τις εμφανίσεις από το 1966...

 

Όλο αυτό το κενό καλύφθηκε από μια νέα γενιά συνθετών όπως οι Ξαρχάκος, Λεοντής, Μαρκόπουλος, Μούτσης, Κουγιουμτζής, Χατζηνάσιος, Κηλαηδόνης, Σπανός, Πλέσσας, Κατσαρός και βέβαια σαν εξέχουσα μορφή ο Μάνος Λοΐζος, η δουλειά του οποίου ξεχωρίζει, καθώς οι δημιουργίες του σαφώς περιέχουν κοινωνικές αιχμές από τη μια ενώ από την άλλη προσπαθεί με κάθε του δουλειά να ανανεώνει το μουσικό του ύφος, με μεγάλη επιτυχία.

 

Το 1971 και όποιος θέλει να δεί πως ήταν η Ελλάδα τότε, ας αναζητήσει την ταινία “Ευδοκία” του Αλέξη Δαμιανού, μια ταινία που δείχνει μια Ελλάδα που ματώνει χορεύοντας πάνω σε σπασμένα γυαλιά το ομώνυμο Ζεϊμπέκικο του Μάνου Λοΐζου.

 

Το 1972 κυκλοφορεί ο τρίτος μεγάλος δίσκος του με τίτλο “Να ‘χαμε τι να ‘χαμε” σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου με τον οποίο έγραψε παράλληλα και μερικά τραγούδια που δεν πέρασαν από την λογοκρισία της εποχής. Τα τραγούδια αυτά ήταν “Ο αρχηγός” και το “Θα κλείσω το παράθυρο”. Επίσης ο Λοΐζος έγραψε ο ίδιος τα τραγούδια “Τσε” και ο “Μέρμηγκας”.

 

"ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙΣ ΑΛΕΞΙΟΥ ΤΗΝ ΜΥΡΣΝΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΣΜΟΚΟΒΙΤΗ" 

 

 

Την ίδια χρονιά ο Μάνος είναι ένα από τα ιδρυτικά μέλη της ΕΜΣΕ, του συνδικαλιστικού σωματείου των δημιουργών που ξεκίνησε με αφορμή την μεγάλη έκταση της πειρατείας στο χώρο της δισκογραφίας.

 

Το 1973 στην ταινία των Θανάση Ρεντζή και Νίκου Ζερβού “Μαύρο-Άσπρο” ακούστηκε με την φωνή της Χαρούλας Αλεξίου ένα τραγούδι που έλεγε “Βγήκαμε κάποτε στο δρόμο κι ήμασταν δυό”. Η μελωδία του τραγουδιού αυτού που σήμανε και την συνεργασία του Λοΐζου με τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου, έγινε πασίγνωστη λίγο αργότερα με στίχους και πάλι του Δημήτρη Χριστοδούλου στο τραγούδι “Καλημέρα Ήλιε”.

 

Παράλληλα ο Μάνος Λοΐζος αρχίζει την μελοποίηση ποιημάτων του Τούρκου κομμουνιστή ποιητή Ναζίμ Χικμέτ με ελληνική απόδοση του Γιάννη Ρίτσου.

 

Το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου 1973 ο συνθέτης συνελήφθη από τα όργανα της χούντας στο σπίτι του στον Χολαργό και κρατήθηκε επί δέκα μέρες.

 

Τον Απρίλιο του 1974 κυκλοφόρησε ο δίσκος “Καλημέρα Ήλιε” με στίχους του Δημήτρη Χριστοδούλου.

 

Ο Μάνος Λοΐζος συμμετέχει σε μεγάλες λαϊκές συναυλίες της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου και στο τέλος του 1974 κυκλοφόρησε τον δίσκο “Τα Τραγούδια του Δρόμου” που περιείχε όλα τα τραγούδια που είτε είχαν απαγορευτεί τα προηγούμενα χρόνια, είτε δεν είχε επιτρέψει να ηχογραφηθούν η λογοκρισία της χούντας.

 

Στα τέλη του 1975, εννέα χρόνια μετά την πρώτη παρουσίασή τους σε συναυλίες κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά ηχογραφημένα “Τα Νέγρικα”.

 

Στα πλαίσια των εκδηλώσεων του 2ου Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή στην Καισαριανή ο Μάνος Λοΐζος, προσέφερε τον κύκλο τραγουδιών “Τα Τραγούδια μας” πάνω σε στίχους του Φώντα Λάδη. Τα τραγούδια κατέγραφαν με άμεσο λόγο το πολιτικό κλίμα της μεταπολίτευσης.

 

 

Τριανταπέντε χρόνια μετά την πρώτη παρουσίασή τους δεν υπάρχει εργατικός, λαϊκός ή νεολαιίστικος αγώνας που να μην ακουστούν τραγούδια από αυτόν τον κύκλο.

 

Το 1978 ο Μάνος Λοΐζος αναλαμβάνει την προεδρία της ΕΜΣΕ και πρωτοστατεί στην δημιουργία φορέα είσπραξης πνευματικών δικαιωμάτων. Την ίδια χρονιά παντρεύεται με την ηθοποιό Δώρα Σιτζάνη.

 

Το ημερολόγιο έδειχνε 1979 όταν τον Ιούνιο εκείνης της χρονιάς ο Μάνος Λοΐζος πάνω σε στίχους του Μανώλη Ρασούλη “επιστρέφει” στο “καθημερινό λαϊκό τραγούδι” με “Τα Τραγούδια της Χαρούλας”.

 

“Για μια Μέρα Ζωής” ήταν ο τίτλος του τελευταίου δίσκου του Μάνου Λοΐζου που κυκλοφόρησε το 1980 και στον οποίο μελοποίησε με “ηλεκτρικό” ήχο στίχους διαφόρων στιχουργών.

 

Το 1981 πραγματοποίησε μια σειρά συναυλιών στον Καναδά, τις ΗΠΑ, την Αγγλία και την Σουηδία, ενώ τον Ιούνιο εκείνης της χρονιάς έδωσε σειρά συναυλιών ανά την Ελλάδα μαζί με τον Χρήστο Λεοντή και τον Θάνο Μικρούτσικο.

 

Η υγεία του ήταν ήδη κλονισμένη καθώς ήδη από το ’74 οι γιατροί είχαν διαπιστώσει νεφρική ανεπάρκεια.

 

Στις 8 Ιουνίου του ’82 ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο, νοσηλεύεται στο Γενικό Κρατικό.

Τον έσωσε κυριολεκτικά ένας από τους τελευταίους του συνεργάτες ο ερμηνευτής Δημήτρης Κατοίκος.

Αναχωρεί για την Μόσχα προκειμένου να επισκεφτεί ειδικούς γιατρούς. Ενόσω νοσηλεύεται παθαίνει δεύτερο εγκεφαλικό στις 7 Σεπτεμβρίου. Με την βοήθεια των γιατρών κρατήθηκε στην ζωή για 10 μέρες ακόμα. Στις 17 του μηνός, ώρα 3 το απόγευμα ο Μάνος Λοΐζος έφυγε για το ταξίδι στις μακρινές θάλασσες που δεν είχε ακόμα επισκευτεί.

 

Μαζί του στην ουσία πέθανε και το έντεχνο-λαϊκό ελληνικό τραγούδι καθώς οι εναπομείναντες φάνηκαν ανήμποροι να συνεχίσουν σε αυτό το επίπεδο.

 

Τραγική ειρωνεία είναι ότι την ώρα που πέθαινε κατατίθονταν στην Βουλή  (Ν. 1296/12.10.1982 (ΦΕΚ 128 Α'/12.10.1982)

το Νομοσχέδιο για την ιατρική περίθαλψη των μουσικοσυνθετών κάτι για το οποίο πάλαιψε με όλη του την ψυχή.

 

Επιτυχία λόγω χρεών

Του Λευτέρη Παπαδόπουλου

 

Ερχεται ο Μάνος ένα πρωί και μου λέει: «Δεν έχω φράγκο, ο νοικοκύρης θα με πετάξει έξω αν δεν του δώσω 3.000 δραχμές». Δεν ήθελε να του δώσω εγώ. Κάθεται λοιπόν στο πιάνο, εκεί στο σπίτι μου, βγάζουμε το «Παραμυθάκι μου» και το δίνουμε στον παραγωγό μιας ταινίας, παίρνει τα τρία χιλιάρικα, πληρώνει το νοίκι και γλιτώνει την έξωση. Εχει όμως και συνέχεια η ιστορία. Το τραγούδι μπήκε στον «Εξορκιστή», την ταινία που έκανε παγκόσμιο σουξέ και πήραμε πολλά λεφτά μετά! Μία από τις ηθοποιούς του φιλμ σε μια σκηνή βάζει το ραδιόφωνο να πιάσει Ελλάδα και ακούγεται το... «Παραμυθάκι μου» και έφτασε έτσι σε όλον τον κόσμο».

 

Τα τραγούδια του είχαν τη σφραγίδα της αγνότητας

Του Μίκη Θεοδωράκη

 

Είχα την ευτυχία και τη χαρά να συναντήσω τον Μάνο Λοϊζο από τα πρώτα του βήματα. Τον θυμάμαι στο σπίτι μου στη Νέα Σμύρνη, να κάθεται απέναντι μου ώρες αμέτρητες καθώς οι συζητήσεις μας δεν είχαν τελειωμό...

Τα πρώτα του τραγούδια είχαν κιόλας τη σφραγίδα της αγνότητας, του αληθινού, του πηγαίου, της γένεσης.

Ο Λοϊζος δεν κατασκεύαζε. Και αν το ήθελε, δεν θα μπορούσε.

Γεννούσε.

Κι αυτό γιατί έτσι το ένιωθε...

Τρυφερός και καλός γινόταν ακόμα πιο τρυφερός και πιο καλός μέσα στην προσπάθεια, τις δοκιμασίες στον αγώνα.

Κι αυτή η ευγένεια της ψυχής, μπορεί να γίνει τραγούδι τρυφερό, καλό ευγενικό.

Δεν ήταν πλατάνι η βαλανιδιά.

Ήταν μια πλαγιά πολύχρωμα λουλούδια που έλαμπαν καθώς τα χτυπούσε ο ήλιος. Και θα λάμπουν για πάντα και πιο πολύ όσο θα υπάρχει και θα λάμπει στον κόσμο αυτός ο μοναδικός ήλιος: Η καρδιά του ανθρώπου!

 

Ποτέ δεν ξεχνιέται

Του Γιάννη Ρίτσου

 _

Ο Μάνος Λοϊζος είναι απ' τις σημαντικότερες δυνάμεις του νεοελληνικού τραγουδιού. Η μουσική του, οικεία, φιλική, μας κερδίζει απ' το πρώτο της άκουσμα, σύμφωνα με ένα πλατύτατο κοινωνικό συναίσθημα που περιλαμβάνει και το δικό μας. Δεν επιζητεί ποτέ να εκπλήξει...

Το 1972, όταν γύρισα από απ' την εξορία ήρθε δυο φορές σπίτι μου με την κιθάρα του. Έπαιξε και τραγούδησε πολλά τραγούδια του απ' τις μεταφράσεις μου των ποιημάτων του Χιχμέτ...

Ένας Μάνος Λοϊζος, ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΞΕΧΝΙΕΤΑΙ...

 

 

 

 

Δισκογραφία

 

1968 Ο Σταθμός (MINOS)

1970 Θαλασσογραφίες (MINOS)

1971 Ευδοκία (MINOS) Soundtrack

1972 Να χαμε τι να χαμε (MINOS)

1974 Καλημέρα ήλιε (MINOS)

1974 Τα τραγούδια του δρόμου (MINOS)

1975 Τα Νέγρικα (Μαρία Φαραντούρη)

1976 Τα τραγούδια μας (ΜΙΝΟS)

1979 Πρώτες εκτελέσεις (ΜΙΝΟS)

1979 Τα τραγούδια της Χαρούλας (ΜΙΝΟS)

1980 Για μια μέρα ζωής (ΜΙΝΟS)

1983 Γράμματα στην αγαπημένη (ΜΙΝΟS)

1985 Ο δρόμος του Μάνου (ΜΙΝΟS)

1985 Αφιέρωμα από το Ολυμπιακό στάδιο

1992 Οι μπαλάντες του Μάνου (ΜΙΝΟS)

1995 Κάτω από ένα κουνουπίδι (Μεσόγειος)

1997 Ενθύμιο Τρυφερότητας

2002 Εκτός Σειράς. Σαράντα σκόρπιες ηχογραφήσεις

2003 Τα τραγούδια του Σεβάχ

2007 Αφιέρωμα στον Μάνο Λοίζο (Χάρις Αλεξίου)

.